Ο Μοσάσαυρος, η "Σαύρα του Μεύση ποταμού", ήταν ένας από τους τελευταίους μοσάσαυρους πριν την μαζική εξαφάνιση στην Κρητιδική-Παλαιογενή περίοδο. Με το μεγαλύτερο είδος να φτάνει τα 17 μέτρα σε μήκος ο Μοσάσαυρος ήταν μια δύναμη της φύσης που ζούσε στους ωκεανούς της Κρητιδικής περιόδου. Ο Μοσάσαυρος ήταν πιο γερός σε σχέση με τους τυλοσαυροειδές συγγενείς του. Η δυνατή του ουρά του επέτρεπε να εκτοξεύεται ενώ το γερό του σώμα ελαχιστοποιούσε την αντίσταση του νερού. Υπέφερε από κακή αίσθηση της όσφρησης και όρασης, που σήμαινε ότι πιθανότατα ζούσε κοντά στην επιφάνεια που είχε πιο πολύ φως και λιγότερο πίεση από τα βαθιά νερά. Σαν αστυνόμος των νερών της Βόρειας Αμερικής και της Δυτικής Ευρώπης, ο Μοσάσαυρος ήταν αναμφισβήτητα ο βασιλιάς των ωκεανών. Στην κορυφή της τροφικής αλυσίδας, όλα τα ζώα έτρεμαν με την παρουσία του. Ήταν ένα ένοπλο και επικίνδυνο σαρκοφάγο και ψαροφάγο, και έτρωγε θαλασσινά ερπετά και διάφορα ψάρια της Κρητιδική περιόδου με τα τεράστια δόντια του. Έτρωγε και χελώνες και αμμωνιτοειδή εκτός από πλεσιόσαυρους και άλλα μικρότρα μοσασαυροειδή στην επιφάνεια του ωκεανού. Με τα πτερύγια του σαν κουπιά και την δυνατή ουρά του, υπήρχε αίμα στο νερό στον κόσμο των Μοσάσαυρων.